Η Μαρίκα η σφιχτοχέρα

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 28 Μάιος 2021 12:19 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Μαρίκα η σφιχτοχέρα

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια δασκάλα η Μαρίκα. Ζούσε σε μια πολιτεία και ήταν σφιχτοχέρα. Ήθελε να πηγαίνει για ψώνια, μα να ξοδεύει λίγα λεφτά.

Στη γειτονιά της, οι έμποροι την περιγελούσαν κρυφά. Έλεγαν: «Έρχεται η Μαρίκα να ψωνίσει. Καβούρια έχουν οι τσέπες της. Αν περιμέναμε από δαύτη, θα είχαμε κλείσει».

Οι γειτονοπούλες της Μαρίκας είχαν δει πόσο τσιγκούνα ήταν κι έλεγαν: «Στον άγιο της νερό δε δίνει η δασκάλα. Έτσι και της ζητήσεις κάτι, κάνει ότι δεν έχει ή ότι της τελείωσε».

Μια γριά γειτόνισσα έβλεπε τη Μαρίκα στα εμπορικά να παζαρεύει την πληρωμή για τα πιο φτηνά πράματα. Κουνούσε το κεφάλι της κι έλεγε: «Κακό πράμα να είναι κανείς σπαγκοραμμένος. Και να πω ότι της λείπουν τα λεφτά. Έχει σπίτι δικό της και καλή δουλειά».

Ένα πρωινό κίνησε η Μαρίκα να πάει στη λαϊκή αγορά. Η γριά τήνε ρώτησε: «Για πού το έβαλλες, κοκόνα μου, τόσο πρωί;» Η Μαρίκα αποκρίθηκε: «Πάω να ψωνίσω κάνα φρέσκο ψάρι ή λίγο μοσχάρι στη λαϊκή, κυρά Δέσποινα». Η γριά δεν έβγαλε μιλιά. Μόνο συλλογιόταν: «Θα ξοδευτεί σήμερα η κυρά δασκάλα. Πως το έπαθε; Για να δούμε τι θα φέρει στο γυρισμό».

Η Μαρίκα δρόμο πήρε, δρόμο άφησε κι έφτασε στην αγορά με τα κρέατα και τα ψάρια. Έριχνε ματιές δεξιά κι αριστερά στους πάγκους για να ιδεί τις τιμές. Πάει στον πάγκο ενός ψαρά και του λέει: «Θέλω φρέσκο ψάρι να σπαρταράει, μπάρμπα Νικόλα». Εκείνος είπε: «Να σου δώσω ένα ροφό να κάνεις ωραία ψαρόσουπα, να γλείφεις τα δάχτυλά σου, κυρά δασκάλα». Η Μαρίκα σαν είδε πόσο ακριβός ήταν ο ροφός είπε: «Δε μου κάνει». Ο ψαράς της λέει: «Να σου δώσω ένα σαργό ή ένα σπάρο να τον κάνεις ψητό στο φούρνο; Εκεί να ιδείς νοστιμιά». Λέει πάλι η Μαρίκα: «Μπα, δε θέλω μπάρμπα Νικόλα. Θέλω ψάρι για τηγάνι, καμιά γόπα καμιά μαρίδα». Εκείνος της λέει: «Γόπες φρέσκες και μαρίδες έχω εκεί. Ρίξε μια ματιά».

Η Μαρίκα κοίταξε στο τελάρο με τα ψάρια, μα της φάνηκαν ακριβά. Είπε: «Ωραία ψάρια, έχεις. Αλλά θέλω να τα φάω με παντζάρια. Θα πάω να πάρω τα παντζαρολάχανα κι ύστερα έρχομαι από δω να πάρω και τα ψάρια». Ο ψαράς την πήρε χαμπάρι και είπε: «Βιάσου μόνο, κυρά Μαρίκα, γιατί μετά μπορεί να μη βρεις ούτε λέπι».

Εκείνη έφυγε και πήγε παρακάτω στους πάγκους με τα λαχανικά. Βρήκε παντζάρια φτηνά κι αγόρασε. Μετά είπε: «Θα τα βράσω, θα τους βάλω λάδι και θα φάω μεσημέρι και βράδυ». Τα πήρε κι έφυγε από άλλο δρόμο, για να μην περάσει πάλι από την ψαραγορά.  

Σαν έφτασε η Μαρίκα στο κατώφλι του σπιτιού της, η γριά γειτόνισσα είδε το δίχτυ με τα παντζάρια. Ρώτησε: «Δε βρήκες μήτε ψάρια, μήτε μοσχαράκι, Μαρίκα;» Η δασκάλα της λέει: «Άλλαξα γνώμη, κυρά Δέσποινα. Το κρέας με βαραίνει και τα ψάρια δεν ήταν φρέσκα». Η γριά είπε: «Για να το λες εσύ, Μαρίκα μου, έτσι θα είναι».

Μόλις η Μαρίκα μπήκε στο σπίτι, η γριά συλλογίστηκε: «Καμιάν ώρα από την τσιγκουνιά της, θα μείνει αδειανή η κοιλιά της». Ύστερα σταυροκοπήθηκε και είπε: «Δόξα να έχεις, Θεέ μου, που  ο γέρος μου είναι γαλαντόμος και ανοιχτοχέρης, γιατί η τσιγκουνιά δεν αντέχεται».

Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί, ούτε αλήθεια σας είπα, ούτε να με πιστέψετε. Γιατί ψέματα κι αλήθεια, έτσι είναι τα παραμύθια.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland