Όποιος τον φόβο του κερδίζει

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 29 Μάρτιος 2019 13:00 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Όποιος τον φόβο του κερδίζει

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι. Ζούσε σ’ ένα χωριό στα ριζά του βουνού. Χόρευε από τον καιρό που γεννήθηκε. Από τον πολύ χορό τα πόδια του είχαν γίνει τόσο δυνατά που μοιάζαν με γεφύρια.

Μια μέρα του φόρεσαν παπούτσια. Πού ν’ αντέξει! Όταν έβρισκε ευκαιρία, έβγαζε τα παπούτσια και χόρευε. Δίπλα στο ποτάμι, κάτω από τις κληματαριές, μέσα στο κοτέτσι.

Χόρευε, χόρευε συνέχεια. Οι χωριανοί τον κορόιδευαν. Τον έδειχναν με το δάχτυλο και γελούσαν.
- Κοίτα τον πώς χορεύει! έλεγαν. Εμείς δεν χορεύουμε έτσι. Εμείς χορεύουμε σωστά. Ο ένας δίπλα στον άλλο. Σε κύκλο. Αυτός πετάει τα πόδια του ψηλά σαν κάστανα στη φωτιά, ανοίγει τα χέρια του σα φτερά, πηδάει εδώ κι εκεί, χορεύει μόνος του, χωρίς παρέα.

Θυμωμένο το αγόρι, σταμάτησε. Δεν ήθελε να δει άνθρωπο. Χάζευε την κορυφή του βουνού. Ήταν τόσο ψηλά που κάποιες φορές χανόταν μέσα στα σύννεφα. Εκεί δεν είχε ούτε ανθρώπους ούτε δέντρα. Μόνο σύννεφα, αέρα και πουλιά.
- Εκεί θα φτάσω, είπε. Θέλω να χορεύω όπως τα πουλιά. Γιατί όποιος τον φόβο του κερδίζει, όλα τα μπορεί, όλα τα’ αξίζει.

Άρχισε το λοιπόν ν’ ανεβαίνει. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, περνάει βουνά, λαγκάδια, σκαρφαλώνει σε βράχους. Έφτασε!

Τι να δει. Γύρω γύρω ουρανός. Κάτω ούτε το χωριό του δεν φαινόταν. Αποφάσισε να φτιάξει μια καλύβα. Ανεβοκατέβηκε πολλές φορές στο δάσος για να κουβαλήσει ξύλα. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έφτιαχνε την καλύβα του. Μόλις τελείωσε, είπε:
- Εδώ είναι το σπίτι μου.

Πάτησε τα πόδια του με δύναμη κάτω και άρχισε τον χορό στην κορυφή του βουνού. Μία το ένα πόδι, μία τα’ άλλο. Μία το ένα, μία τα’ άλλο. Γύριζε, στριφογύριζε, πήδαγε, πετούσε.

Έτσι πέρασαν μέρες, βδομάδες, χρόνια και καιροί. Μια μέρα ξύπνησε και είπε:
- Να ’χα μουσική!

Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και αποφάσισε.
- Θα τραγουδάω εγώ και θα χορεύω εγώ!

Η φωνή του όμως δεν ταίριαζε με τον χορό. Αλλά τραγουδούσε, άλλα χόρευε. Στενοχωρέθηκε. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες σκεφτόταν τι θα κάνει. Μέχρι που το βρήκε.
- Θα χτυπάω παλαμάκια εγώ και θα χορεύω εγώ. Προσπάθησε μία, προσπάθησε δύο, αλλά τίποτα. Ούτε καλά χόρευε, ούτε καλά χτυπούσε παλαμάκια.
- Είμαι δυστυχισμένος, έλεγε και ξανάλεγε.
  Μάτι δεν έκλεισε όλη νύχτα. Την ώρα που έβγαινε ο ήλιος, του ’ρθε μια ιδέα.
- Θα κατέβω στο χωριό να βρω ένα μουσικάντη.
Έτσι κι έγινε. Μόλις φτάνει στο χωριό, συναντάει μια γριά. Τη ρωτάει:
- Ποιος είναι ο καλύτερος μουσικάντης του χωριού;
- Ο γιος του ράφτη και της μαγείρισσας, του λέει. Όσο επιδέξια ράβει ο πατέρας του και φουρνίζει η μάνα του, τόσο επιδέξια αυτός παίζει τη φλογέρα. Αλλά άσ’ το καλύτερα. Δεν θα ’ρθει μαζί σου.

Όποιον έβρισκε όλοι τα ίδια του έλεγαν.
- Καλός στη φλογέρα, αλλά στο βουνό δεν θα 'ρθει. Αποφασίζει το λοιπόν να πάει ο ίδιος να τον βρει. Έψαξε εδώ, έψαξε εκεί, ώσπου τον βρήκε. Καθόταν κάτω από μια ελιά κι έτρωγε ψωμί. Δίπλα του η φλογέρα του. Ένα μακρύ καλάμι με τρύπες.
- Ωραία φλογέρα, είπε μόλις την είδε. Παίξε μου λίγο να σ’ ακούσω.

Κατάπιε την μπουκιά του ο μουσικάντης κι έπιασε τη φλογέρα. Φούσκωνε τα μάγουλα του, φύσαγε στο καλάμι και τα δάχτυλα του πατούσαν τις τρύπες μία μία. Πότε γρήγορα, πότε αργά. Πότε τη μία τρύπα, πότε την άλλη. Τι ωραία μουσική! Ο χορευταράς άρχισε να χορεύει. Ήταν ο καλύτερος χορός που είχε χορέψει ποτέ. Αλλά και για τον μουσικάντη ήταν η πιο όμορφη μουσική που είχε ποτέ παίξει.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έπαιζαν και χόρευαν. Μέχρι που κουράστηκαν. Τότε ρωτάει ο χορευτής:
- Θέλεις να ’ρθεις μαζί μου στο βουνό; Να παίξεις μουσική εσύ, να χορεύω εγώ;
- Θέλω πολύ αλλά δεν μπορώ.
- Γιατί; τον ρωτάει.
- Φοβάμαι. Φοβάμαι ν’ ανεβαίνω ψηλά.
  Στενοχωρέθηκε τότε ο χορευταράς, αλλά δεν μίλησε. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και του λέει:
- Όποιος τον φόβο του κερδίζει, όλα τα μπορεί, όλα τα’ αξίζει. Ο μουσικάντης κάθισε σκεφτικός κάτω από ένα δέντρο και ο άλλος πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Κουρασμένος από την ανηφοριά, ξάπλωσε κάτω από ένα κυπαρίσσι. Τον πήρε ο ύπνος. Την ώρα που κοιμόταν, σαν σε όνειρο, ακούει μια μελωδία. Ξυπνάει και τι βλέπει. Μπροστά του στεκόταν κι έπαιζε τη φλογέρα του ο μουσικάντης! Δεν χάνει λεπτό και αρχίζει να χορεύει. Γέλια και χαρές παντού! Χόρευαν κι έπαιζαν μέχρι που πείνασαν. Πάνω στο φαΐ λέει ο χορευταράς:
- Όταν είμαστε μαζί, καλύτερος γίνεται ο χορός μου.
- Και η μουσική μου, συμφωνεί ο μουσικάντης.
- Πώς κι έφτασες όμως μέχρι εδώ πάνω; Εσύ φοβόσουν. Και του απαντάει ο μουσικάντης:
- Όποιος τον φόβο του κερδίζει, όλα τα μπορεί, όλα τα’ αξίζει.

Και από τότε γυρίζουν σε χώρες και χωριά, παίζουνε, χορεύουνε και ζουν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα!

Χριστίνα Χριστοφή


Από το βιβλίο «Το Παραμύθι (τεύχος 1) του Δ. Αβούρη

Ενημερωθείτε για όλη την επικαιρότητα της Λακωνίας και όχι μόνο μέσα από τη συνεχή ροή του www.lakonikos.gr. Κάνετε like στη σελίδα και γίνετε μέλος στην ομάδα του lakonikos.gr στο Facebook για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι! Με το κύρος και την αξιοπιστία του "Λακωνικού Τύπου", της μοναδικής ημερήσιας εφημερίδας της Λακωνίας με ιστορία 22 και πλέον ετών

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα