Τα οφέλη της νηστείας αλλά και οι κίνδυνοι για τον οργανισμό

Τρίτη, 03 Μάρτιος 2020 22:31 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Τα οφέλη της νηστείας αλλά και οι κίνδυνοι για τον οργανισμό

Η νηστεία μπορεί να καθαρίζει τον οργανισμό και στο τέλος της να παρατηρείται πνευματική διαύγεια, αυξημένη ενεργητικότητα και λάμψη στο δέρμα. Ωστόσο, η μεγάλη περίοδος αποφυγής ζωικών προϊόντων, ιδίως όταν η νηστεία δεν γίνεται σωστά, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του βάρους ή σε επώδυνες καταστάσεις ή ακόμη και στο νοσοκομείο.

Από την άλλη η απότομη κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ζωικής προέλευσης προϊόντων μετά το τέλος της νηστείας μπορεί να προκαλέσει δυσπεψία και τοξικότητα.

Τα παραπάνω αναφέρει στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η διαιτολόγος- διατροφολόγος, εκπαιδεύτρια σε σεμινάρια του ΕΦΕΤ για την υγιεινή και ασφάλεια του χειρισμού των τροφίμων, Κική Γούτα, εξηγώντας παράλληλα πού «κρύβονται» αυτοί οι κίνδυνοι.

Οι κίνδυνοι της νηστείας
Όσοι νηστεύουν καλό είναι να συμβουλεύονται ειδικούς πριν αρχίσουν τη νηστεία, ώστε να μπορέσουν να καλύψουν τις ανάγκες τους σε ενέργεια αλλά και σε θρεπτικά στοιχεία, συνιστά η κ. Γούτα.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί σε ομάδες του πληθυσμού που έχουν αυξημένες ανάγκες όπως είναι τα παιδιά, οι έφηβοι, οι έγκυες ή θηλάζουσες, οι αθλητές και οι ασθενείς. Η μειωμένη πρόσληψη ζωικών πρωτεϊνών μπορεί να οδηγήσει σε υποσιτισμό, σε κακή ανάπτυξη, αλλά και σε εξασθένηση του ανοσοποιητικού. Οι φυτικές πρωτεΐνες που προσλαμβάνουν οι νηστεύοντες είναι χαμηλότερης βιολογικής αξίας από τις ζωικές, με αποτέλεσμα να χρειάζεται να γίνουν συνδυασμοί κατάλληλοι, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες», επισημαίνει η κ. Γούτα.

Και εξηγεί: «Η κατανάλωση κατά τη διάρκεια της νηστείας μεγάλων ποσοτήτων υδατανθράκων, αμυλούχων και τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του βάρους. 

Επίσης, όταν η νηστεία δεν είναι ισορροπημένη, μπορεί να παρατηρηθεί έλλειψη βιταμινών και ιχνοστοιχείων που βρίσκονται σε ζωικές τροφές, όπως η βιταμίνη D (κρόκος αυγού, λιπαρά ψάρια, συκώτι), η Β12 και το φολικό οξύ (γαλακτοκομικά, αυγά, κρέας), η ριβοφλαβίνη (υπάρχει κυρίως σε ζωικά προϊόντα), καθώς επίσης και ο σίδηρος, το ασβέστιο, το ιώδιο, το σελήνιο και ο ψευδάργυρος».

Οι ελλείψεις αυτές μπορεί να προκληθούν στην περίπτωση που υπάρχει μεγάλος περιορισμός σε ποικιλία, αλλά και σε ποσότητα των τροφίμων. «Στις ανεπτυγμένες χώρες η νηστεία μπορεί να καλύψει τις απαιτήσεις του νηστεύοντα εάν επιλεχθούν τρόφιμα με σύνεση», διευκρινίζει η κ. Γούτα.

Οι κίνδυνοι την επόμενη μέρα της νηστείας
Ποιοι είναι οι κίνδυνοι από την κατανάλωση κρέατος μετά τη νηστεία; Μπορεί η απότομη αύξηση κατανάλωσής του να δημιουργήσει προβλήματα;

Σύμφωνα με την κ. Γούτα «οι πρωτεΐνες είναι τα κύρια συστατικά του κρέατος. Κατά τη διάσπαση τους δημιουργούνται αμινοξέα, τα οποία με τη σειρά τους διασπώνται σε άλλα στοιχεία, ένα από τα οποία είναι η αμμωνία η οποία αποβάλλεται με τα ούρα, με τη μορφή της ουρίας. Για να απελευθερωθεί η ουρία ο οργανισμός χρησιμοποιεί κάποια ένζυμα.

Η μειωμένη πρόσληψη πρωτεϊνών κατά τη νηστεία μειώνει τα ποσοστά έκκρισης αυτών των ενζύμων, καθώς (ο οργανισμός) δεν τα χρειάζεται σε μεγάλες ποσότητες».

Από την άλλη σημειώνει η διαιτολόγος - διατροφολόγος «η απότομη και υπερβολική κατανάλωση πρωτεϊνούχων τροφίμων οδηγεί τον οργανισμό σε αδυναμία διαχείρισης του πλεονάσματος της αμμωνίας. Αυτό συμβαίνει γιατί ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να αυξήσει την έκκριση των ενζύμων αυτών με αποτέλεσμα να διαχέεται η περίσσεια αμμωνίας στο αίμα αντί να αποβάλλεται. Συνέπεια όλων αυτών είναι η δυσπεψία και η τοξικότητα.

Συμβουλές για την αποφυγή προβλημάτων στην πέψη
«Η βιαστική κατανάλωση της τροφής οδηγεί σε γρήγορη και όχι σωστή μάσησή της. Η κακή μάσηση μπορεί να βλάψει την πέψη και να περιορίσει την αποδοτικότητα των άλλων στοιχείων της πεπτικής διαδικασίας.

- Η πέψη ξεκινάει από το στόμα.
- Η καλά μασημένη τροφή θα διευκολύνει τη χώνεψη και την αποφυγή δημιουργίας αερίων στα έντερα, καθώς και το φούσκωμα στο στομάχι.
- Η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας υγρών με το γεύμα οδηγεί σε διάλυση των εκκριμάτων (οξύ, πεπτικά ένζυμα και τη χολή), που είναι υπεύθυνα για την πεπτική διαδικασία. 

Έτσι μειώνεται η αποδοτικότητα και δυσκολεύει την πεπτική διαδικασία» επισημαίνει η κ. Γούτα.