Μάης του 1958

Οι Γάλλοι έκαναν την επανάστασή τους τον Μάη του 1968. Εγώ προηγήθηκα αυτών 10 χρόνια, φίλοι μου αναγνώστες και την έκανα τον Μάη του 1958, στην Κάτω Χώρα της Τρύπης. Μετά τον στρατό, που για μας, ήτανε τότε 26 μήνες, επέστρεψα στο χωριό μου. Ο αφέντης πατέρας με ήθελε κοντά του, αντικαταστάτη του στην περιουσία του, που δούλεψαν γενεές ολόκληρες, να την δημιουργήσουν. Με ήθελε και ο γεωπόνος Καρκάλας που συνεργαζόμαστε στις νέες καλλιέργειες. Για να με καταφέρουν μου έκαναν και προξενιά με κοπέλες κυρίως ψημένες στις αγροτικές εργασίες. Ήτανε πολλές ακόμα στο χωριό, δεν είχανε φύγει όλες για τα ξένα.

Εγώ δεν είχα όμως κατασταλάξει, αν έπρεπε να μείνω στο χωριό, αφού είχα τελειώσει το Γυμνάσιο. Ήμουνα δύσκολος στην επιλογή και τις μέτραγα νοερά με τη μεζούρα στη μέση. Τις ήθελα αδύνατες και αεράτες, όπως κι εγώ ήμουνα τότε, και τους γυάλιζα από το θάμπος κυρίως της περιουσίας του πατέρα μου. Κάθε Πρωτομαγιά εκείνον τον καιρό, την 10ετία του ’50, μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, το χωριό μας ήτανε περιζήτητο για επίσκεψη από κόσμο, να πιάσουν και να κόψουν τ’ ανθισμένα λουλούδια και φυτά, κυρίως το φυτό του Μάη. Να καθίσουν μετά να φάνε και να πιούν κάτι στις ταβέρνες και τα εξοχικά που ήτανε τότε διάσπαρτα κατά μήκος του δημόσιου δρόμου. Θα είχε τότε το χωριό μας 1000 κατοίκους και άλλους τόσους επισκέπτες εκάστη Πρωτομαγιά.

Από μικρός θυμάμαι, ότι στο σπίτι μας θρέφαμε μεταξοσκώληκες με μουρόφυλλα που φτιάχνανε κουκούλια, τα οποία πηγαίναμε στην Καλαμάτα και παίρναμε μεταξωτά υφάσματα. Η μεγάλη μας αδελφή Ελένη, απόφοιτος του Ο.Ρ.Ε. σχολής κοπτικής ραπτικής, μας έραβε πανταλόνια και σακάκια μ’ αυτό το ύφασμα και τις γιορτές κυκλοφορούσαμε μ’ αυτά τα ρούχα στις παιδικές μας βόλτες στο χωριό. Ήτανε απαραίτητη η βόλτα μας μέχρι το κρυφονέρι και μετά επιστροφή μας για ένα αναψυκτικό. Αυτή ήτανε η ζωή μας στο χωριό, μόνο τις γιορτές και όχι τις καθημερινές ημέρες. Όλος ο κόσμος δούλευε τότε στα χωράφια και παράγαμε.

Το πρωί της 1ης του Μάη του 1958, ο πατέρας μου λέει, ξαφνικά. Παιδί μου Μανόλη, σήμερα έχω κανονίσει με ζευγολάτη να πάμε να καματέψουμε το χωράφι στην Καπετανίτσα γιατί σήμερα θα πηγαίνει τ’ αλέτρι, μετά τη χθεσινή βροχή». «Είναι Πρωτομαγιά πατέρα σήμερα. Θα προλάβουμε να πάμε μετά στη γιορτή;» Υπάκουος όπως ήμουνα εγώ συμφώνησα να πάμε. Μας έπεσε πολύ δουλειά όμως και αργήσαμε. Αναγκαστήκαμε να περπατήσουμε και 200 μέτρα του δημοσίου δρόμου, όπου γινότανε η βόλτα των εορταζόντων με τα καλά τους ρούχα. Η βροχή είχε χαλάσει τους άλλους δρόμους κι εμείς με τα λασπωμένα μας και τα ζώα, τους εμποδίζαμε να περπατήσουνε. Μεγάλη ντροπή για μένα. Έβλεπα γνωστούς και κατέβαζα χαμηλά το καπέλο να μη με γνωρίσουν.

Την 11η Μαΐου του 1958, σε 10 ημέρες δηλαδή, έγιναν βουλευτικές εκλογές. Έπρεπε κάπως ν’ αντιδράσω. Να εκφράσω την δυσαρέσκειά μου με το κατεστημένο (Ε.Κ.), έστω με την ψήφο μου της διαμαρτυρίας. Είμαστε έξω από το εκλογικό κέντρο, το σχολείο του χωριού μας, με τον παππού μου τον γερο-Νικόλα, που ούτε βλέπει ούτε ακούει και καλά. Ήτανε βλέπεις στο πυροβολικό στη μάχη του Μπιζανίου με το Βασιλιά. Πήρε και δύο μετάλλια. Βγάζει απ’ την τσέπη του ένα ψηφοδέλτιο, ήτανε της ΕΔΑ. Είναι καλό με ρώτησε, να το ρίξω; Το κράτησα εγώ, αφού ήμουνα διαμαρτυρόμενος νέος, του παππού του έδωσα άλλο, να μην πάει απ’ το ένα άκρο στο άλλο, αφού ήτανε βασιλικός στα φρονήματα. Το ψηφοδέλτιο το είχε δώσει ένας πατριώτης.

Το καλοκαίρι του ιδίου έτους, ήλθε και ο Ηλίας, μεγαλύτερος από μένα, δύο χρόνια, αδελφός, με άδεια απ’ τη δουλειά του. Με κατσάδιασε που μένω στο χωριό, αφού έχω τελειώσει το Γυμνάσιο. Με συμβούλεψε να διορισθώ κάπου, όπως έκανε κι αυτός, να φύγω απ’ τα βάσανα του χωριού. Έκανε το λάθος ο πατέρας, στο πανηγύρι του Μυστρά να μου πάρει ένα τσινιάρικο μουλάρι, να μάθω να καματεύω τα χωράφια. Αυτό ήτανε, ξεχείλισε το ποτήρι. Καλλιεργούσα τη γη και παράλληλα καλλιεργούσα την ιδέα της φυγής μου. Ζήτησα απ’ τη μάνα μου χαρτί και μολύβι. Έγραψα γράμμα στο θείο μου Μελετόπουλο να με διορίσει στη Βασιλική Πρόνοια, όπου ήτανε Στέλεχος.

Το πρώτο του γράμμα ήτανε καταπέλτης, δεν συμφωνούσε. Του έγραψα δεύτερο, πάλι δεν συμφωνούσε, όμως αφού επέμενα με συμβούλεψε να διαβάσω διάφορα μαθήματα και θα με καλούσε για εξετάσεις. Προμηθεύθηκα τα βιβλία αυτά και άρχισα να διαβάζω μακριά απ’ τον πατέρα. Μέσα σε θάμνους πάνω σε μια κουβέρτα. Ο πατέρας έψαχνε να με βρει. Μια μέρα πέρασε δίπλα απ’ την κρυψώνα μου, εγώ έσκυψα για να μην με δει. Όταν έφτασε στα δικά μας χωράφια άρχισε να με καλεί: Μανόλη πού είσαι σε θέλω. Όσο απομακρυνόταν έσβηνε και η φωνή του. Μανόλη πού είσαι σε θέλω». Δάκρυα κύλησαν στα μάτια μου. Ήμουνα έτοιμος να του παραδοθώ. Θυμήθηκα την κλοτσιά του μουλαριού, καμώθηκα αμέσως.

Τα έχω γράψει αυτά φίλοι μου αναγνώστες κι’ άλλη φορά εκτενέστερα, αλλά αυτά ήτανε όλη η ζωή μου. Έδωσα εξετάσεις πέτυχα πήγα στην Κοζάνη στη Βασ. Πρόνοια, μετά στην Καλαμάτα. Εκεί έδωσα εξετάσεις για την ΕΤΕ Σπάρτης και απ’ τον Οκτώβριο του 1960 υπηρέτησα εδώ. Νομίζω ότι άξιζε που έκανα την επανάστασή μου το Μάιο του 1958 να φύγω απ’ το χωριό. Δυσαρέστησα τους δικούς μου στην αρχή, αλλά μετά από χρόνια με δικαιολόγησαν. Κι εγώ τους ευχαριστώ που μας μεγάλωσαν σε δύσκολες περιόδους και μας έμαθαν με υπομονή και καρτερία να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά μας. Ευχαριστώ τον πατέρα μου, που με έμαθε να χρησιμοποιώ τα εργαλεία της αγροτιάς, στον κήπο μας, τα δέντρα μας και τις κληματαριές μας, κυρίως τώρα με τον περιορισμό μας λόγω κορωνοϊού. Χριστός Ανέστη.

Υ.Γ. Προ μηνός έμεινα μόνος. Έφυγε και η Ευτυχία απ’ τη ζωή στη χώρα Μεσσηνίας η οποία μου θύμιζε περιστατικά της πολύχρονης ζωής μας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα