Η μάνα της Χειμάρρας, Ερμιόνη Μπρίγκου, θυμάται…

Πέμπτη, 24 Οκτώβριος 2019 22:20 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Στον κήπο του σπιτιού της είχε φυτέψει μια μυρτιά. «Για να μην είναι τα παιδιά στον ήλιο», λέει. Τα παιδιά είναι έξι Έλληνες στρατιώτες που πολέμησαν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941, σκοτώθηκαν στη Χειμάρρα και θάφτηκαν στον κήπο του πατρικού της. Πολέμησαν και σκοτώθηκαν ηρωικά μερικά μέτρα μακριά από αυτό το πέτρινο σπίτι που έτυχε να βρεθεί στην πρώτη γραμμή ενός κολασμένου μετώπου.

Κοριτσάκι 8 ετών η κ. Ερμιόνη είδε τον πατέρα της να θάβει στον κήπο, τους Έλληνες φαντάρους με τους οποίους είχαν ζήσει, τραγουδήσει, πολεμήσει μαζί επί μήνες, ώστε να μην τους κατασπαράξουν τα άγρια ζώα. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και η οικογένειά της δεν ξέχασε ποτέ όσο και η ίδια, ακόμα και σήμερα. Μια μαυροφορεμένη γυναίκα 82 ετών με ευγενική φυσιογνωμία που δεν διστάζει να αγκαλιάσει τους ξένους, ξεχορταριάζει με καθημερινή έγνοια τον αυτοσχέδιο τάφο, ανάβει κεριά και αφήνει λουλούδια. Με αυτό το καθήκον μεγάλωσε. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1991 ο πατέρας της, σχεδόν αμέσως μετά το άνοιγμα των συνόρων, έφτασε στην Ελλάδα με αποκλειστικό σκοπό να βρει τις οικογένειες αυτών των φαντάρων που έγιναν δικά τους παιδιά και έγιναν δεκτοί ως απελευθερωτές κι ας έρχονταν από άγνωστα μέρη. Δικαίως στην κ. Μπρίγκου έχει δοθεί ο χαρακτηρισμός «η μάνα της Χειμάρρας». Στην Αθήνα βραβεύτηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας γι’ αυτή τη βαθιά ανθρώπινη πράξη και τη συμβολή της στη διατήρηση της εθνικής μνήμης. Βιαζόταν όμως να γυρίσει στο χωριό για να φροντίζει «τα παιδιά».

Πως τους έκρυψαν
«Όταν έφτασε ο Ελληνικός στρατός αδειάσαμε ένα δωμάτιο στο σπίτι για να μείνουν οι αξιωματικοί. Δεν ήταν για μας ξένοι, ήταν δικά μας παιδιά. Αισθανόμασταν ότι ήρθαν να μας ελευθερώσουν, να μας σώσουν», λέει η κ. Ερμιόνη. «Ήμουν τότε 7-8 χρονών. Αδειάσαμε λοιπόν το δωμάτιο κι εγώ, η μάνα ο πατέρας και η γιαγιά μου χωρέσαμε στο άλλο. Αδειάσαμε και το μαντρί από τα γίδια και βάλαμε εκεί μια διμοιρία, 15 άτομα ήταν. Άλλαζαν συνέχεια θέσεις για να νομίζουν οι Ιταλοί που βρίσκονταν στο ένα χιλιόμετρο απόσταση ότι ήταν περισσότεροι. Λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι στήθηκε το φυλάκιο. Το πρωί με σήκωνε η μάνα μου να πάω στους φαντάρους τσάι. «Σκύβε όπως πας να μη σε βρει κανένα βλήμα» μου έλεγε, «πήγαινε άκρη άκρη για να μη σε δουν». Έπειτα με έστελνε στο μαντρί να τους φωνάξω για πρωινό. Η μάνα μου μαγείρευε για όλους. Κάθε Σάββατο βάζαμε το τσουκάλι και πλέναμε τα ρούχα. Ήμασταν μια οικογένεια. Γι’ αυτό όταν σκοτώθηκαν ήταν σαν να χάσαμε δικούς μας ανθρώπους» συνεχίζει. «Τους ήξερα με τα μικρά τους ονόματα. Όταν τρώγαμε, όταν τραγουδούσαμε, όταν με έβαζαν να χορέψω, όλοι μαζί τα κάναμε. Μου φορούσαν το στρατιωτικό καπέλο με έβγαζαν φωτογραφία και εγώ το έβρισκα ένα ωραίο παιχνίδι».

Διηγούμενη τις αναμνήσεις της ζωής της βουρκώνει. «Όταν σκοτώθηκαν τους είχαμε μια ολόκληρη μέρα στο σπίτι. Τη νύχτα έριξε ο πατέρας μου δυο τρία κυπαρίσσια και τους έθαψε ανά τρεις σε δύο σημεία. Ένας άλλος στρατιώτης, πρώτος ξάδερφος ενός από τους νεκρούς, φώναζε, ωρυόταν. Πήρε ένα κιβώριο, το έκοψε σε λωρίδες κι έφτιαξε έναν σταυρό πάνω στον οποίο με καρφί χάραξε το όνομα του νεκρού. Ήταν πολλοί οι νεκροί. Άλλους τους έφαγαν τα ζώα, τα πουλιά, πολλούς τους έπαιρνε το ποτάμι θυμάται...

Τα παιδιά αυτά πολέμησαν σαν ήρωες. Και δεν οπισθοχώρουσαν ποτέ αν δεν έρχονταν οι Γερμανοί. «Οι Έλληνες ποτέ δεν υποχωρούν» λέει ήρεμα η κ. Ερμιόνη. «Ήταν τόσο άξιοι, ψύχραιμοι, ζωηροί, μόλο που άφησαν πίσω σκοτωμένους, είχαν μια παληκαριά, μια αξιάδα. “Aέρα, αέρα” φώναζαν, όσα κι αν είχαν τραβήξει αυτό δεν το ξεχνούσαν. Σε δυο λεπτά ήταν έτοιμοι. Μια καρδιά, μια πατρίδα, ή θάνατος ή λευτεριά, έλεγαν και έφευγαν λες και θα πήγαιναν σε γάμο. Πήγαιναν όμως σε πόλεμο. Ξέρετε, δεν ξαναγύρισαν ποτέ στις μάνες τους και αυτό είναι μεγάλο πράγμα. Γι’ αυτό πάω και καθαρίζω τους τάφους, δεν με υποχρεώνει κανένας, θέλω και το κάνω. Αφήνω λουλούδια τους μιλάω κιόλας που και που. Τους λέω κοιτάξτε βρε παιδιά, που εγώ έζησα και έγινα μεγάλη και έγινα γιαγιά και εσείς παιδιά μου δεν γυρίσατε ποτέ στην πατρίδα».

Τα έξι παιδιά της και τα κειμήλια
Κάτω από το ξύλινο πάτωμα του σπιτιού στη Χειμάρρα κατά τη διάρκεια ανακαίνισης βρέθηκε πριν από λίγα χρόνια μια ζώνη με θήκες γεμάτες σφαίρες. Απομεινάρι 70 ετών από τη φιλοξενία των Ελλήνων στρατιωτών. «Είχαμε επίσης φωτογραφίες, το πορτοφόλι ενός φαντάρου και μια ξυριστική μηχανή που τα έδωσε ο ίδιος στον πατέρα μου την ώρα που ξεψυχούσε στο Μέτωπο», λέει η κ. Ερμιόνη. «Ο πατέρας μου που ήταν οδηγός του Ελληνικού στρατού τα κράτησε αν και αργότερα καταστράφηκαν όλα και μέσα στο πορτοφόλι έγραψε τα ονόματα των έξι παιδιών που θάψαμε στην αυλή: Παναγιώτης Αλογογιάννης, Ανδρέας Προβατάς, Ματθαίος Λαγός, Δημήτρης Σέλλας, Νικόλαος Βουρλούμης, Σταύρος Καντάς».

Ανθρωπιά
Έδωσαν χείρα βοηθείας σε Ιταλό στρατιώτη. «Η μάνα μου ήταν πολύ δυναμική γυναίκα. Και ο πατέρας μου δεν άφηνε χωρίς ψωμί άνθρωπο που είχε ανάγκη» λέει η κ. Ερμιόνη. «Τη θυμάμαι να φορτώνει στην πλάτη της το κιβώτιο με τα πυρομαχικά και να τα πηγαίνει στο μέτωπο για να μην καθυστερούν οι στρατιώτες. Μερικές φορές τους έβαζε και τις φωνές να κάνουν πιο γρήγορα. Ήταν εκεί μια Αγγλίδα δημοσιογράφος και μόλις την είδε με το κιβώτιο έκανε το σταυρό της. Μαζί με τη γιαγιά μου έλιωναν στο τηγάνι κερήθρα και με ένα φτερό άλειβαν τα πόδια των στρατιωτών που είχαν πάθει κρυοπαγήματα που είχαν κομματιαστεί βγάζοντας τα παπούτσια τους. Τους έκαναν και ποδόλουτρο με χαμομήλι. Μιαν άλλη φορά εκεί όπου πήγε τα γίδια η μάνα μου βρήκε κρυμμένο σε έναν θάμνο κάποιο στρατιώτη από την Κορυτσά που είχε λιποτακτήσει από τον Ιταλικό στρατό. Φοβισμένος εκείνος με μαυρισμένα χείλη, χάλια, πέθαινε για λίγο νερό. Έρχεται και λέει στον πατέρα μου “τι θα τον κάνουμε; -αν μας μάθουν καήκαμε” της απαντά εκείνος. «Eγώ θα πάω» του λέει. Του πήγε φαγητό, ψωμί, νερό, του έδωσε σανό για να φτιάξει στρώμα και τον έκρυψε σε μια σπηλιά. Δεν το είπαμε ούτε στον μπάρμπα μου που έμενε δίπλα. Τον φρόντιζε τρεις μήνες χωρίς να τον πάρει χαμπάρι κανένας. Και μια νύχτα έρχονται οι Γερμανοί. Πήγε και τον ειδοποίησε. Με αγκάλιασε, με φίλησε και η μάνα μου του είπε «φύγε τώρα να πας στη μάνα σου ζωντανός» και πήγε. Μετά από χρόνια το 1945 αυτός ο στρατιώτης που είχε γίνει παρτιζάνος, γλίτωσε τον πατέρα μου από τη φυλακή».

Από το οδοιπορικό στα αιματοβαμμένα χώματα. Εκεί που οι φαντάροι μας έγραψαν το έπος του ‘40 κατά τον Ελληνοϊταλικά πόλεμο. Πέρυσι από τις 11-14 Οκτωβρίου 2018 πραγματοποιήσαμε εκδρομή με το σύνδεσμο Απόστρατων Αξιωματικών του νομού Ξάνθης.

Σπάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019
Πάνος Μηνακάκης
- ΦιλοΛΟΓΟΣ-

Έκθεση εικόνων

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα