Οι Νεοχαζοί και τ’ άγαλμα της γιαγιάς Σοφίας

…τ’ αγάλματα· κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη | Γιώργος Σεφέρης

Παρασκευή, 19 Ιούλιος 2019 19:55 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Ήταν μια πολιτεία ή πολλές που οι κάτοικοί τους είχαν γίνει Νεοχαζοί. Στα πλαίσια, αυτή η μετάλλαξη, της ανορθόδοξης πορείας του ανθρώπινου γένους.
Κάποτε ο άνθρωπος, ως άλλο ζώον, περπατούσε στα τέσσερα. Σιγά-σιγά με το πέρασμα των αιώνων κατάφερε και σηκώθηκε στα δύο. Και σήκωσε κεφάλι. Νόμισε ότι αυτό ήταν. Και επαναπαύτηκε.
Η αλήθεια είναι ότι εκείνον τον καιρό γνώρισε με κόπο και προσπάθεια τη γιαγιά Σοφία. Εξ ουρανού ερχόμενη μετά πνεύματος Αγίου. Μια γνωριμία ήταν κι αυτή και σου λέει (ο άνθρωπος) “Όποτε τη χρειαστώ εδώ είναι. Ας την αποθηκεύσω”. Και πάτησε το κουμπί.
Έκτοτε την ξέχασε και συνέχισε με το κουμπί. Και το ένα κουμπί, έφερνε το άλλο. Ολημερίς κι ολονυχτίς κουμπιά πάταγε με τα πάνω πόδια. Το κεφάλι άρχισε να μένει μερόνυχτα σκυμμένο. Και ό,τι σκύβει, κάτι το καβαλικεύει. Συνήθως ο δαίμων με όλα του τα άκρα.
Κάποτε χαζό θεωρούσαν όποιον δεν έπαιρνε τα γράμματα, όποιον δεν του ‘κοβε κι έκανε παράξενα πράγματα. Κάθε χωριό είχε και τον χαζό του. Κάτι σαν τον Σωτήρη Μουστάκα στον Ζορμπά του Κακογιάννη. Υπέροχος χαζός.
Οι χαζοί, τέλος πάντων, ήταν το ενδιαφέρον του κάθε χωριού. Το ‘πε ο χαζός, το ‘κανε ο χαζός. Επικρατούσε το δόγμα, δείξε μου τον χαζό σου να σου πω ποιος είσαι. Εννοείται από το πώς του φέρεσαι. Θέμα ευγένειας θα μου πείτε ή χαζομάρας.
Αλλά με τον καιρό οι χαζοί μας τελείωσαν, αφού κάθε χαζός μπορούσε να έχει το κινητό του. Άρα να είναι ενημερωμένος, πληροφορημένος και κυρίως σκυμμένος πολίτης, που μας μοιάζει.
Το καλό είναι ότι σε κάθε χωριό υπήρχε και μια γιαγιά ή θεία Σοφία. Το κακό είναι ότι με τον καιρό όλοι την ξέχασαν αφού δεν είχε κινητό. Πάντως υπήρχε.
Σκύβοντας-σκύβοντας από την κατάχρηση, έρποντας και με τα κέρατά του ο καθένας αποχτούσε κι ένα πιο έξυπνο κινητό. Κι όσο πιο έξυπνο το κινητό, τόσο πιο χαζός ο κάτοχός του, πιο αδρανής. Αλλά πού να το καταλάβει; Οι διαφημίσεις αυτό δεν το έλεγαν.
Έτσι δημιουργήθηκε μια νέα τάξη ελέγχου παγκοσμίως, που την πλήρωναν όλοι, για να τους καθοδηγεί στο μικρό χαζοκούτι. Που ήταν πολλαπλάσια χειρότερο από μεγάλο. Αργά και σταθερά όλοι χάζεψαν. Οι μύες του μυαλού ατόνισαν.
Η μόνη που δεν ακολούθησε τον δρόμο της μωρίας κι από μια θεια Σοφία, σε κάθε χωριό ή πολιτεία.
Η γιαγιά ή θεια Σοφία γνώριζε ότι “Μωραίνει Κύριος όν βούλεται απολέσαι”. Και μια μέρα χωρίς να την καλέσει, πήρε την γεροντίστικη τσάντα της που ήταν γεμάτη μνήμες και άρχισε να μοιράζει τσαντιές σε όποιο κεφάλι έβλεπε σκυμμένο. Κάθε Σοφία, με φλόγα στην καρδιά, και μια τσαντιά. Κάθε σκυμμένο κεφάλι και ένας στόχος. Όλες οι Σοφίες το ίδιο έκαναν. Μέχρι που από τούτο το αναπάντεχο έμειναν όλοι αγάλματα. Θύματα και θύτ(ι)σσες. Σαν μια φωτογραφία από το μέλλον ή το παρελθόν.
Ή σαν το άγαλμα που έγινε στην πόλη Βέξιε της Σουηδίας όταν μια μετανάστρια “η θεία με την τσάντα” όπως ονομάζεται, έδωσε μια τσαντιά σε έναν Νεοναζί που παρήλαυνε εκεί το 1985.
Η γιαγιά Σοφία θα τη δώσει στις μέρες μας γιατί όπως λέει: Νεοναζί ή Νεοχαζοί ένα Χι διαφορά είναι. Και σε ένα Χι σταυροδρόμι θα συναντηθούν.
Και μένουμε αγάλματα δίπλα σε μια δροσερή τσαντιά πικροδάφνη.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα